Η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα. Παρ' ολ' αυτά -αν και αυτή επηρεάζει τμηματικά τον ρυθμό γεννήσεων- η οικονομική κρίση δεν αποτελεί τον ιεραρχικά ύψιστο παράγοντα καθορισμού της υπογεννητικότητας. Είναι γνωστό πως από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, ολόκληρος ο ατομοκεντρικά προσανατολισμένος και αναπτυγμένος κόσμος έχει κλειδώσει προς μια τάση, με βάση την οποία δεν θέτει τον σχηματισμό της οικογένειας σαν βασική προτεραιότητα.
Ο δημογραφικός μαρασμός οφείλεται να γίνει αντιληπτός σαν μια οργανική συνέπεια ευρύτερων παραμέτρων, όπως αυτή των οικονομικών ανησυχιών, της διαδικασίας της ολοένα και αυξανόμενης αστικοποίησης, της δόμησης του ατομοκεντρικού χαρακτήρα της κοινωνίας και την εκπλήρωση του διαφωτιστικού ιδεώδους. Πώς δηλαδή ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι ελεύθερος από εξωτερικούς εξαναγκασμούς, οι οποίοι τον αλλοτριώνουν, με απώτερο στόχο την αξιοποίηση των δημιουργικών και γνωστικών ικανοτήτων του, σύμφωνα με τις αρέσκειες του και τη θέλησή του.
Αυτό το διαφωτιστικό μότο -το οποίο αναπαράχθηκε μεταγενέστερα και από αυτό που περιγράφεται ως η αριστερή πτέρυγα της πολιτικής σκηνής- θέτει και ιεραρχεί σε ανώτερο βαθμό την ελεύθερη δραστηριοποίηση του ανθρώπου σε σύγκριση με τη σύναψη οικογενειακών δεσμών και ευρύτερων σχέσεων.
Αυτή η γλωσσική τοποθέτηση του σλόγκαν είναι καίριας σημασίας. Το σημείο εστίασης μετατοπίζεται από τη σύναψη σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, ως προς την αξιοποίηση των γνωστικών, παραγωγικών και δημιουργικών ικανοτήτων τους, με στόχο την εκπλήρωση της αυτονομίας τους. Αυτός είναι σήμερα και ο σκοπός της ζωής, μέσα στους κόλπους της φιλελεύθερης κοινωνίας.
Αν και λοιπόν, οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τη δημογραφική εικόνα και εξέλιξη μιας κοινωνίας, μαζί και με πολλές άλλες μεταβλητές, το ανά χείρας σύντομο κείμενο θα εστιάσει στην ανθρώπινη διάσταση, η οποία ίσως μπορεί να ρίξει ακτίνες φωτός, ως προς ένα πιθανό και βαθύτερο αίτιο της δημογραφικής κρίσης.
Το κομβικό σημείο -που ανέτρεψε τα μέχρι τότε γνωστά δεδομένα- έχει να κάνει με τη γέννηση της ατομοκεντρικής συνείδησης, ανθρώπου και τύπου κοινωνίας. Η νεότερη ιστορική περίοδος -των τελευταίων 200-300 ετών- συγκρότησε την ανθρωπολογική μονάδα του ατόμου-μισθωτού. Το άτομο ξεχωρίζει από τον δούλο της φεουδαρχικής περιόδου ως διακριτή οντότητα, με δικά του φυσικά γνωρίσματα, αξίες και ιδιότητες. Ο δούλος πράττει το καλό, αν το πράξει, εξαιτίας φόβου περί επιβολής του νόμου. Αυτός φοβάται ή ανησυχεί περί πιθανών ποινών και τιμωριών, οι οποίες θα μπορούσαν να επιβληθούν πάνω του.
Στην αντίπερα όχθη, το άτομο κάνει το καλό, αν το κάνει, εξαιτίας της δικής του ιδιοτέλειας, είτε αυτή ορίζεται με όρους χρηματικού κέρδους, είτε απόκτησης κύρους και δόξας κ.λπ. Ο δούλος από τη στιγμή που δεν είναι ελεύθερος, δεν απασχολείται με ιδιοτελή κίνητρα, μιας και δεν μπορεί να τα προσεγγίσει επαρκώς εξαιτίας του καθεστώτος της δουλείας του.
Η ιδιοτέλεια εντοπίζεται ως θεμελιακό κίνητρο δράσης του ατόμου. Αυτή αποτελεί πρωταρχικό καύσιμο του συμπεριφορικού του πυρήνα. Αμέσως κανείς μπορεί σε αυτό το σημείο να ανιχνεύσει κάποια προβλήματα συμβατότητας μεταξύ της αξιακής ταυτότητας του ατόμου και του εγχειρήματος σχηματισμού οικογένειας.
Προφανώς, η ενθάρρυνση των ανθρώπων να δρουν με γνώμονα τα προσωπικά τους συμφέροντα, αποτελεί κατάσταση η οποία δεν συγχρονίζεται καλά με τη συγκρότηση και ανάπτυξη μιας οικογένειας. Η οικογένεια -είναι αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για εκείνη- οφείλει να αλληλεπιδρά με όρους αλληλοβοήθειας και μιας ηθικής αμοιβαιότητας. Όταν τα μέλη της κοινωνίας συμπεριφέρονται πρωτίστως με αυτοεπιβεβαιωτικούς όρους και όχι με αυθυπερβατικά κίνητρα, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κρίση για το κύτταρο που είναι η οικογένεια.
Στην πραγματικότητα, ούτε το δουλοπρεπές κίνητρο του φόβου αποτελεί σωστό πυροκροτητή για τον σχηματισμό της οικογένειας. Ακριβώς όμως επειδή ο δούλος δεν ήταν αυτόνομος να επιλέξει για τον εαυτό του και να κυνηγήσει το κύρος και τη δόξα και το χρήμα, και εξαιτίας των κοινωνικο-ιστορικών ιδιαιτεροτήτων της εποχής του, εκείνος τελικά ήταν εξαναγκασμένος να «επενδύσει» στην οικογένεια.
Το άτομο, ούτε χαρακτηρίζεται από ένα υγιές κίνητρο δράσης το οποίο μπορεί να είναι συμβατό με τη φύση της οικογένειας και ούτε εξαναγκάζεται να επενδύσει σε αυτή, ακριβώς επειδή απέκτησε την ατομική ελευθερία που απουσιάζει από τον είλωτα, και εξαιτίας των δικών του μοναδικών κοινωνικών συνθηκών, οι οποίες ευνοούν την προσωπική του καλλιέργεια και δραστηριότητα και όχι τη δέσμευση του υπό το βάρος των σχέσεων. Ο μισθωτός ελευθερώθηκε δηλαδή, αλλά εξασκώντας σε βρεφικό βαθμό την ελευθερία του, επιτυγχάνει μέσα από αυτή αυτοεπιβεβαιωτικές συμπεριφορές και όχι αυθυπερβατικές.
Η «θεία» αποστολή της νεότερης εποχής είναι η εξατομίκευση της καθημερινής εμπειρίας του ανθρώπου. Δηλαδή, ο «πολίτης» σήμερα καλείται να «επιλέξει» το πώς θα δομήσει την κάθε μικροσκοπική λεπτομέρεια της ζωής του, με γνώμονα τη δική του κρίση, αρέσκεια, βούληση κτλ.
Ο μηχανισμός της «ελεύθερης» αγοράς αποτελεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό υλικό, το οποίο είναι σε θέση να εκπληρώσει το «ιερό» εξατομικευτικό πρόταγμα της εποχής. Ο σύγχρονος καταναλωτής έχει την «ελευθερία» να επιλέξει μεταξύ 100 διαφορετικών μαρκών κινητών, ρούχων, φαγητών, αξεσουάρ, αμαξιών κ.τ.λ., τα οποία κατέχουν κάποιες ιδιότητες, που συγχρονίζονται με δικές του προσωπικές πτυχές της ταυτότητάς του.
Επιτυγχάνεται δηλαδή σύζευξη μεταξύ του ζεύγους καταναλωτή-προϊόντος. Κάποιος έχει τη δυνατότητα να αγοράσει το συγκεκριμένο μοντέλο αυτοκινήτου μιας αλυσίδας, το οποίο θεωρεί ότι τον εκφράζει περισσότερο σαν προσωπικότητα λ.χ. αν του αρέσουν τα podcasts, κλειδώνει στο αυτοκινητιστικό μοντέλο το οποίο εμπεριέχει μια οθόνη, με ποιοτικές ηχητικές ικανότητες, για να απολαμβάνει την αγαπημένη του εκπομπή, στα άνετα καθίσματά του εν ώρα οδήγησης. Κάποιος ο οποίος ενδιαφέρεται για ισχύ και ταχύτητα, θα διαλέξει ένα διαφορετικό μοντέλο. Τέλος, αυτός που ενδιαφέρεται να διαβεί δύσβατα μονοπάτια σε χωριά άλλο μοντέλο κτλ.
Εν συντομία, ένα πολιτισμικό παράδειγμα το οποίο πραγματοποιεί σύντηξη μεταξύ υλικών αγαθών και ανθρώπων, περιθωριοποιώντας τη συγκρότηση ανθρώπινων σχέσεων και τοποθετώντας την κάτω από τα υλικά αγαθά, είναι ικανό τελικά να οδηγήσει σε δημογραφική κατάρρευση.
Η εξατομίκευση ασφαλώς ξεφεύγει από καταναλωτικές επιλογές και διοχετεύεται σε πιο θεμελιώδη και γενικευμένα πλαίσια ύπαρξης, όπως η ελεύθερη επιλογή μαθημάτων παρακολούθησης στο σχολείο, η ελεύθερη επιλογή για το αντικείμενο της επαγγελματικής καριέρας που κάποιος θα ασκήσει στα πλαίσια της ζωής του, το αν θα παντρευτεί ή όχι, αν θα κάνει οικογένεια ή όχι, που θα οριστεί η κατοικία του κ.λπ.
Κοινώς, το άτομο-μισθωτός κατέχει πλήρη ατομική ελευθερία πλέον και με βάση τις δικές του επιθυμίες και βούληση καλείται να καλιμπράρει τη ζωή του όπως νομίζει το ίδιο, τόσο σε ασήμαντο καταναλωτικό επίπεδο, όσο και σε πιο σημαντικές επιλογές, περί καριέρας, εκπαίδευσης, σχέσεων κ.λπ.
Αν και σημαντική, η ατομική «ελευθερία» της επιλογής του σημερινού ατόμου είναι τμηματικά απατηλή, υπό την έννοια πως το άτομο αυτό έχει ελευθερία επιλογής, αλλά μόνο εντός του πλαισίου του λογισμικού του ατομοκεντρικού προτύπου. Υιοθετεί δηλαδή τις εσφαλμένες υποθέσεις που έχουν τεθεί σαν οικοδομική βάση του νεότερου παραδείγματος και μπορεί να επιλέξει μόνο εντός των επιτρεπόμενων ορίων της εγωκεντρικής κοινωνίας.
Έχουμε να κάνουμε δηλαδή, με έναν τύπο «κοινωνικής» μηχανικής ανάλογης φύσεως όπως και αυτής των κολεκτιβιστικών κοινωνιών. Στη δεύτερη περίπτωση τα κυρίαρχα πρότυπα και αυθεντίες της κοινωνίας επηρέαζαν τη συνείδηση των δεσμωτών τους, ως προς παραμέτρους που θα αναπαρήγαγαν τις αξίες του κολεκτιβιστικού προστάγματος λ.χ. «Κάντε πολλά παιδιά». Αν κάποια και κάποιος δεν ήθελαν, τότε θα εξαναγκάζονταν εξαιτίας κοινωνικής πίεσης, εν τέλει να κάνουν παιδιά και μάλιστα περισσότερα παρά λιγότερα.
Ο «κοινωνικός» μηχανισμός του ατομοκεντρικού προτύπου δεν επιβάλλει κάτι τέτοιο με τη βία, και μάλιστα αφήνει το πεδίο των δυνατοτήτων ανοιχτό: «Αν θες κάνεις 1 παιδί, αν θες 3, αν θες 10, αν θες κανένα». Αυτό μόνο σε θεωρητικό βαθμό όμως, γιατί εκείνος αναπαράγει ένα πνεύμα και τρόπο ζωής ο οποίος οδηγεί τα ελεύθερα άτομα, να επιλέγουν συστηματικά να κάνουν λιγότερα παιδιά παρά περισσότερα.
Η «κοινωνική» μηχανική της κολεκτίβας αναπαράγει την εξαναγκασμένη οικογένεια, ενώ αυτή της δυτικής νεωτερικότητας αναπαράγει την απελευθέρωση του ατόμου από δεσμεύσεις και σχέσεις, με στόχο την αυτοολοκλήρωσή του σαν μονάδα, διοχετεύοντας τα ενδιαφέροντα και τις ενέργειές του, στην επαγγελματική καριέρα, την κοινωνική άνοδο, την ενασχόλησή του με την τέχνη και τις επιστήμες κ.λπ. κάτι που υπονομεύει την οικογένεια.
Ο θεσμός των ανταγωνιστικών αγορών, για να δοθεί και ένας επιπρόσθετος σταθμός ανάλυσης, αποτελεί άκρως αντιθετικό θεσμό με τη φύση της οικογένειας. Γι' αυτόν η οικογένεια είναι μια εξωγήινη οντότητα, την οποία την παρακολουθεί από τα έξω και δεν μπορεί να την καταλάβει. Αυτό ακριβώς διότι η οικογένεια, απελευθερωμένη από τις θεσμικές επιταγές και αξίες του συστήματος, μέσα στους κόλπους του μικρόκοσμού της, του οίκου της, αυτή δεν λειτουργεί αποκλειστικά με όρους «Homo Economicus» αλλά με όρους αλληλοβοήθειας, συνεργασίας και υπέρβασης εαυτού για το καλό κάποιου τρίτου.
Στο οικογενειακό τραπέζι, κανείς δεν αρνείται πρόσβαση στο διαθέσιμο φαγητό, σε μέλη της οικογένειας όπως παιδιά ή ηλικιωμένοι, οι οποίοι δεν συνεισφέρουν από λειτουργική σκοπιά για την αναπαραγωγή του οίκου. Ούτε τα μέλη της οικογένειας συμπεριφέρονται καθαρά και πάντα με όρους αυτοεπιβεβαιωτικής και ιδιοτελούς φύσεως. Εν αντιθέσει, αυτή η ανταγωνιστική και ιδιοτελής κινητήρια δύναμη χαρακτηρίζει άψογα των πυρήνα των ανταγωνιστικών αγορών.
Το βαθύτερο πρόβλημα όμως είναι πως η ανθρωπολογική μονάδα του ατόμου-μισθωτού ξεφεύγει από το πλαίσιο της οικονομίας και γίνεται καθολικό πρότυπο προς μίμηση, από το πολιτισμικό σύνολο, μιας και αυτή διαχέεται ολιστικά μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της ιντιβιντουαλιστικής κοινωνίας. Στο εργασιακό του περιβάλλον, κάποιος πρέπει να κάνει το καλό με βάση χρηματική ανταμοιβή.
Το σχολείο μετατρέπεται από κοινότητα καλλιέργειας της παιδείας και του χαρακτήρα, σε δίοδο για απόκτηση θέσης σε μελλοντική εργασία για την εξασφάλιση της χρηματικής αμοιβής. Άρα είναι απλά ο προθάλαμος που θα οδηγήσει στην εξασφάλιση της ατομικής ιδιοτέλειας. Η ίδια η οικογένεια ενθαρρύνει τα παιδιά της να τιμήσουν επίσης αυτή την τάση κ.λπ.
Κάθε πρότυπο της κοινωνίας ξεκινάει να δίνει συμβουλές περί επαγγελματικής αποκατάστασης, παραγωγής πλούτου και αυτονόμησης της ζωής. Είναι φανερό πως εδώ προκύπτει μια ανθρωπολογική αντίφαση, η μονάδα του ατόμου, η οποία αποτελεί θεμελιώδες κύτταρο για τις εγωιστικές κοινωνίες, από τη στιγμή που έχει σαν πρόταγμα προς εκπλήρωση την αυτονόμησή της, την επαγγελματική της σταδιοδρομία και την εξατομίκευση της ζωής της, με σημείο αναφοράς το ατομοκεντρικό λογισμικό, γίνεται τελικά ανίκανη και απρόθυμη ως προς τη σύναψη ουσιαστικών δεσμών και «επένδυσης» χρόνου και ενέργειας για τον σχηματισμό της οικογένειας.
Με λίγα λόγια οι ατομοκεντρικές κοινωνίες πυροβόλησαν τον εαυτό τους στα πόδια τους, υπό αυτή την άποψη. Όπως έστρωσαν θα κοιμηθούν. Ο τύπος ανθρώπων που αναπαράγει ο πολιτισμός της κάνει για κάποια πράγματα και για κάποια όχι. Η οικογένεια είναι ένα από τα πράγματα για τα οποία δεν κάνει. Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, των ταξιδιών και της ατέρμονης απόλαυσης δεν είναι ικανός να αναλάβει με ευκολία τις υποχρεώσεις του απέναντι στα απαιτητικά φαινόμενα των σχέσεων και ανατροφής παιδιών.
Ως λιγότερο επίπονο υποκατάστατο, ο επιθυμητικός νεωτερικός τύπος, επιλέγει την ανατροφή κατοικίδιων ως φαινόμενο συμπλήρωσης του κενού που αφήνει πίσω η αποδέσμευση από τις ανθρώπινες σχέσεις. Εξού και οι ανθρωπομορφισμοί που προβάλλουν τα ζευγάρια πάνω στα κατοικίδιά τους. Η ανάθρεψη κατοικιδίου στη θέση του παιδιού, αποτελεί διαγνωστικό δείκτη, ο οποίος προβάλλει πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο της ανθρωπολογικής ωρίμανσης των μοντέρνων κοινωνιών.
Με λίγα λόγια, ο τύπος του ιδιώτη βρίσκεται στο εφηβικό ακόμη ανθρωπολογικό στάδιο ωρίμανσης του και ακριβώς εξαιτίας αυτού του λόγου επιλέγει να υποστηρίξει το σύστημα των αγορών και της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» αλλά και την ανατροφή κατοικιδίων αντί για παιδιών, ακριβώς γιατί αυτά αποτελούν από κοινωνιολογική σκοπιά μη απαιτητικά πολιτεύματα και φαινόμενα. Αυτά αντιπροσωπεύουν το επίπεδο της κοινωνιολογικής ωρίμανσης του.
Ας μην παραβλέψει κανείς πως πλούσιες χώρες όπως οι σκανδιναβικές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από καλύτερη ισορροπία μεταξύ «εργασίας» και ελεύθερου χρόνου, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και οικονομίας, εδραίωση βρεφονηπιακών σταθμών και άδειες μητρότητας κ.λπ. τελικά αναπαράγουν κάποιους από τους χαμηλότερους ρυθμούς γεννήσεων της τάξης των 1,2-1,5 παιδιών ανά γυναίκα, αρκετά πιο κάτω δηλαδή από το 2,1 το οποίο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του πληθυσμού τους.
Συνεπώς, οι κακές οικονομικές συνθήκες δεν είναι δυνατόν να συνδεθούν αποκλειστικά και μονοδιάστατα με μειωμένους ρυθμούς γεννήσεων, όπως υποστηρίζεται τυπικά. Από την άλλη η ατομική παράδοση που ρίζωσε και αποτελεί κυρίαρχη και ενεργή παράδοση στις σκανδιναβικές χώρες, αποτελεί δυνατότερη εξήγηση αυτού του παρατηρήσιμου μοτίβου, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Το οικονομικό επιχείρημα χρησιμοποιείται ως πρόσχημα, ως δικαιολόγηση, την οποία ο κόσμος είναι πρόθυμος να την υιοθετήσει και να πιστέψει, για να μη χρειαστεί να κάνει ενδοσκόπηση εαυτού και να χαρακτηριστεί ως ανεπαρκής.
Η αυτοαξιολόγηση του ατόμου θα μπορούσε δυνητικά να το οδηγήσει στην κατάργηση της ατομικής του συνείδησης, χαρακτήρα και τρόπου ζωής, πράγματα τα οποία λατρεύει όντας άτομο το ίδιο. Αυτό αποτελεί ζήτημα ζωτικής και υπαρξιακής ανησυχίας για το άτομο-μισθωτό, το οποίο για να υπερασπιστεί την ύπαρξή του και για να συνεχίσει να αναπαράγει την παράδοσή του, σκοπίμως θα παραβλέψει τα ελαττώματα αυτά με απώτερο σκοπό την επ' αόριστον αναπαραγωγή του είδους του δίχως τύψεις.
Κοινώς, η διαφωτιστική μονάδα του ιδιώτη-χομπίστα συνειδητά ή ασυνείδητα δεν μπορεί να δει πέρα από το άτομο, από τον εαυτό του και το αντιληπτικό του εύρος και τρόπο ζωής, διότι αυτό συνεπάγεται την αποσύνθεση της ίδιας του της ταυτότητας, παράδοσης και ύπαρξής του.
Τι θα μπορούσε όμως να αντικαταστήσει το άτομο; Αυτό δεν θα ήταν η κοινωνιολογική μονάδα του φεουδαρχικού υπηρέτη, αλλά η ίδρυση μιας νέας. Η επαναφορά της κολεκτιβιστικής κοινωνικής μηχανικής, θα οδηγούσε σε απλή επιστροφή της δεσποτικής κοινωνίας, κάτι που θα μετατόπιζε απλά το κίνητρο δράσης των ανθρώπων από την ιδιοτέλεια στον φόβο.
Ειδικότερα, η επαναφορά της ανθρωπότητας προς μια δεσποτική ρύθμιση των διαπροσωπικών σχέσεων, ενώ θα έλυνε κάποια από τα προβλήματα της ατομικίστικης κοινωνίας, ταυτόχρονα θα αναπαρήγαγε απλά και για άλλη μια φορά, τα ήδη ξεπερασμένα και λυμένα προβλήματα των παρελθοντικών και καταπιεστικών κοινωνιών.
Αναλυτικότερα, το βάρος της παλινδρόμησης στη δουλοκτητική κοινωνία -θα καλούνταν για ακόμη μια φορά να το σηκώσουν στους ώμους τους οι γυναίκες- όντας πάλι υπηρέτριες οι οποίες θα κάνουν παιδιά, είτε εξαιτίας βίαιων πολιτικών εξαναγκαστικών κυρώσεων, είτε στη «καλύτερη» περίπτωση εξαιτίας κοινωνικών πιέσεων του ευρύτερου διαπροσωπικού δικτύου τους.
Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως μπορεί οι γυναίκες να έκαναν τότε πολλά παιδιά επειδή οι ίδιες το ήθελαν, οπότε δεν υπήρχε καταπίεση. Ακόμη όμως και αν οι ίδιες έκαναν πολλά παιδιά χωρίς φανερό και ωμό εξαναγκασμό από τους θεσμούς και το κοινωνικό περιβάλλον, το γεγονός πως ήθελαν κάτι τέτοιο, είναι λογική συνέπεια της κοινωνικής μηχανικής των κολεκτιβιστικών κοινωνιών, οι οποίες λειτουργούν με πρότυπα και αξίες που διαμορφώνουν τη συνείδηση των γυναικών να αναπαράγουν περισσότερα παρά λιγότερα παιδιά, ακριβώς όπως και οι μοντέρνες κοινωνίες με τη δική τους μηχανική τροποποιούν συνειδήσεις για αναπαραγωγή λιγότερων παρά περισσότερων παιδιών, με τον δικό τους ύπουλο τρόπο.
Ποιος είναι ο ορθός αριθμός παιδιών μιας οικογένειας; Γιατί πρέπει να είναι 10 και όχι 3 ή ανάποδα; Η κάθε προπαγανδιστική τάση θα κατασκευάσει επιχειρήματα που θα επιβεβαιώνουν την κοσμοθεωρία της. Ασφαλώς, για επίλυση του δημογραφικού είναι φανερό πως χρειάζεται μια δεδομένη συχνότητα γεννήσεων.
Η δεσποτική ρύθμιση των σχέσεων, μέσα από επιστροφή στην κοινωνία των δούλων -αργά ή γρήγορα- (και δικαίως) θα οδηγούσε πάλι στην ανάδυση της ατομοκεντρικής συνείδησης, η οποία θα άκμαζε στους κόλπους του κολεκτιβιστικού τύπου οργάνωσης, και για μια ακόμη φορά, θα έλυνε τα προβλήματα του προγόνου της, αλλά αναπαράγοντας ταυτόχρονα προβλήματα δικής της ιδιοτυπίας, όπως τα σημερινά, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δικής της ρύθμισης.
Ουσιαστικά, η ιδιωτική κοινωνία στην ορθή προσπάθειά της υπερνίκησης της κολεκτίβας, οδηγήθηκε και στη συγκρότηση δικών της νέων μοναδικών προβλημάτων, μια αναμενόμενη και λογική κατάληξη στη συνεχή διαδικασία ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, μέσα στα πλαίσια ενός ιστορικο-κοινωνικού πειραματισμού.
Αν λοιπόν η παλινδρόμηση στο στάδιο του δούλου δεν είναι σωστή εξελικτική πορεία, πρώτον επειδή αυτό θα ήταν ιδιαίτερα άδικο για συγκεκριμένα δημογραφικά και δεύτερον επειδή αυτό θα οδηγούσε στη δυνητικά συνεχιζόμενη αναπαραγωγή του κολεκτιβιστικού-ατομοκεντρικού διπόλου, απλά με φάσεις εναλλαγής μεταξύ των δύο, μιας και το ένα θα γεννιόταν ως αντίδραση έχοντας σαν σημείο αναφοράς το άλλο, τότε ποιο εξελικτικό μονοπάτι χρειάζονται οι κοινωνίες να ακολουθήσουν;
Μια πρόταση από στοχαστές όπως ο Θεόδωρος Ζιάκας (ΘΖ) αποτελεί η έννοια του προσώπου. Το πρόσωπο είναι διαφορετική μονάδα από το άτομο, το οποίο με τη σειρά του δέχεται διαφοροποίηση από τον δούλο. Το πρόσωπο, αναστρέφει το διαφωτιστικό σλόγκαν, έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος να θέτει σε ύψιστη προτεραιότητα τη σύναψη καλών σχέσεων και να τοποθετεί σε δευτερεύοντα βαθμό την εξατομίκευση της καθημερινότητάς του, μέσα από παραγωγή έργου και εξάσκηση των νοητικών του δραστηριοτήτων κτλ.
Αυτό γίνεται με έναν μη εξαναγκαστικό τρόπο, διότι το κίνητρο του προσώπου -με τη σειρά του και όταν κάνει το καλό- είναι το ενδιαφέρον του και η αγάπη του για άλλα πρόσωπα. Η γενεσιουργός μήτρα του κινήτρου του, προέρχεται από εσωτερικές του ανάγκες και την ίδια του τη βούληση και όχι εξαιτίας επιβολής εξωτερικών εξαναγκαστικών μέτρων.
Ως αποτέλεσμα διατηρεί τη θεμελιώδη αρνητική ελευθερία του διαφωτισμού (ελευθερία από) και τη διοχετεύει σαν βάση, πάνω στην οποία πατάει, και τελικά προσθέτοντας άλλες θετικές αξίες αναπαράγει μια τυπολογία ούτε κολεκτιβιστική, αλλά επίσης ούτε και ατομοκεντρική.
Η προσωποκεντρική κοινωνία σύμφωνα με τον ΘΖ αποτελεί υπέρβαση του προαναφερόμενου διπολικού συστήματος συντεταγμένων, για τον ανασχηματισμό των σχέσεων με γνώμονα ενός εναλλακτικού και ανώτερου -από κοινωνιολογικής απόψεως- υποδείγματος. Ασφαλώς, όπως ήδη αναφέρθηκε το άτομο αρνείται να δει πέρα από τον εαυτό του, για να μεταβεί σε πρόσωπο, διότι αυτό είναι αυτοκτονικό για τη δική του υπόσταση σαν μονάδα.
Ο στόχος του είναι η αιώνια αναπαραγωγή του, όπως αναλόγως και ο στόχος του προσώπου θα ήταν η δική του συνεχιζόμενη εξασφάλιση της ασφάλειάς του και αναπαραγωγής της δικής του παράδοσης, κάτι που συνεπάγεται με άρνηση της αποσύνθεσης του υπαρξιακού του πυρήνα για επιστροφή στο στάδιο του ατόμου.
Η μονάδα του προσώπου και της προσωποκεντρικής κοινωνίας αποτελεί στο μεγαλύτερο βαθμό -αν και μικρόβια της είναι υπαρκτά στον κόσμο μας- μια θεωρητική εξιδανίκευση. Παρ' ολ' αυτά αυτό το ιδανικό αποτελεί ένα ελπιδοφόρο και θετικό πρότυπο το οποίο αξίζει να προσπαθήσει μια κοινωνία να προσεγγίσει αλλά και να ενσαρκώσει. Αν κανείς δεν προσπαθήσει τίποτα και δεν ελπίζει σε τίποτα, τότε απλά διασφαλίζει πως τα χειρότερα όντως θα συμβούν.
Είναι φανερό πως η προσωποκεντρική ρύθμιση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το δημογραφικό ζήτημα, από τη στιγμή που τοποθετεί τη σύναψη σχέσεων σε προτεραιότητα σε σύγκριση με το διαφωτιστικό δημιουργικό έργο, όπου οι άνθρωποι καλούνται πρωτίστως να βρουν νόημα στη δημιουργία, τη γνώση, την εργασία κτλ.
Ασφαλώς, η ολοκληρωτική απόρριψη του διαφωτιστικού προτάγματος, η κατάργηση λ.χ. όπως ειπώθηκε και πριν της αρνητικής ελευθερίας -θα οδηγούσε σε επαναφορά της δεσποτείας. Γι' αυτό και η προσωποκεντρική τάση πατάει προσεκτικά πάνω σε κάποια διαφωτιστικά θεμέλια, δημιουργώντας τελικά όμως τη δική της πολιτισμική σύνθεση στην πορεία, έχοντας και στοιχεία διαφοροποίησης.
Αξίζει να τονιστεί πως η «εγωιστική» περίοδος χαρακτηρίζεται και από εσωτερικές παρεκκλίσεις. Υπήρχε λ.χ. το κύμα "Baby boom" το οποίο οδήγησε σε αυξημένο ρυθμό γεννήσεων τα μεταπολεμικά χρόνια μεταξύ των ετών 1940-60, πιθανώς και τμηματικά, εξαιτίας μιας αισιοδοξίας των ανθρώπων για το μέλλον, βγαίνοντας από την καταστροφική πολεμική περίοδο.
Τέτοιες καταστάσεις όμως, παραμένουν ως παρεκκλίσεις και όχι σαν τον κανόνα της τάσης που ακολουθούν οι μοντέρνες αναπτυγμένες κοινωνίες. Σήμερα, το σύστημα δεν είναι ικανό να παρέχει έναν σταθερό πυλώνα αισιοδοξίας στον κόσμο.
Ο ΘΖ θεωρεί πως το άτομο υπάρχει στην περίοδο ακμής του αλλά και παρακμής του. Σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο της παρακμής και κατάρρευσης των κοινωνιών-ιδιωτών. Η γέννηση και ακμή τους είναι παρελθοντικές και τετελεσμένες καταστάσεις. Αυτή η παρακμή είναι σίγουρα φανερή πρωτίστως από κοινωνιολογική σκοπιά, όπου το άτομο-μισθωτός, συνυπολογίζοντας τις αντίξοες συνθήκες που το περιτριγυρίζουν και εξαιτίας της αβεβαιότητας περί του μέλλοντός του έχει υιοθετήσει πλήρως το λαϊκό ρητό «Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει ο κώλος μας».
Ακόμη και όταν τα πλούσια και ικανά κράτη προσπαθούν να κάνουν έναν διάλογο με το κίνητρο του μισθωτού, την ιδιοτέλεια του, παρέχοντάς του πλεονεκτήματα και συμφέροντα για την αναπαραγωγή της οικογένειας, το άτομο αρνείται να ανταποκριθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως σημειώθηκε και πριν, οι σκανδιναβικές κοινωνίες. Αυτό συμβαίνει επειδή εκείνο έχοντας εσωτερικεύσει τη διαφωτιστική παράμετρο περί περιθωριοποίησης των σχέσεων και αντίθετα της έντονης ενασχόλησης με καρποφόρα δημιουργικά έργα, βιώνει τη δέσμευση σε σχέσεις, ως ανελευθερία και νέκρωση της αυτονομίας του.
Όταν κάποιος καλλιεργεί μια μονάδα η οποία έχει ως ύψιστη αρχή τη μεγιστοποίηση της αυτονομίας της, σε ατομικό πλαίσιο, τότε ό,τι οικονομικό κίνητρο και να χρησιμοποιηθεί εκ των υστέρων για παρακίνηση της μονάδας αυτής προς υιοθέτηση εναλλακτικών συμπεριφορών λ.χ. περί σχεδιασμού οικογένειας, τα αποτελέσματα θα είναι μάταια. Γι' αυτό το πρόβλημα καλείται να λυθεί μέσα από εναλλακτικά κανάλια, όπως η εισαγωγή μετανάστευσης, "Brain gain" κ.λπ.
Όταν η ιδιώτευση έγινε συνώνυμο της ελευθερίας, τότε ήταν και η στιγμή, όπου το περήφανο αυτόνομο άτομο, δεν μπορούσε πλέον να δεσμεύσει τον «ελεύθερο» εαυτό του, κάτω από το περιοριστικό βάρος των παιδιών του και του/της συντρόφου του. Για εκείνον, αυτό αποτελεί περιοριστική παράμετρο για την εξατομίκευση της καθημερινότητάς του.
Επιπρόσθετα και συμπερασματικά η παρακμιακή εκδοχή του σημερινού ατόμου, συνεπάγεται πως αυτό δεν είναι συναισθηματικά έτοιμο και επαρκώς ώριμο για να διεκπεραιώσει το επίπονο και απαιτητικό έργο της ανάθρεψης παιδιών. Αυτός σήμερα, σαν μη ανθρωπολογικά ώριμη μονάδα ζητάει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή την παράταση της νεότητάς του και όχι την ενηλικίωση του ως οργανισμό. Το ψαλίδι νικάει το χαρτί, το χαρτί την πέτρα και η γάτα το παιδί.
Είναι άκρως ειρωνικό πως η εμμονή του -παρακμιακού πλέον- ατόμου με την παράταση της νεότητάς του οδηγεί τελικά ως προς τη συνολική γήρανση και νέκρωση της κοινωνίας του. Η εμμονή με τη νεότητα οδηγεί σε αφανισμό, γιατί ο εγωισμός δεν αφήνει χώρο σε άλλους να αρπάξουν τη σκυτάλη στο μέλλον. Αυτή η τάση είναι ταυτόχρονα και άκρως κατανοητή υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης. Αναμένεται δηλαδή πως το άτομο θα εστιάσει στην επιμήκυνση της δικής του βιολογικής και ψυχολογικής νεότητας, εις βάρος της συμβολικής και διαχρονικής νεότητας της ευρύτερης κοινωνίας του.
Περισσότερες πληροφορίες για την παρακμιακή εκδοχή του νεότερου ατόμου μπορούν να βρεθούν εδώ:Η Αέναη Αναπαραγωγή του Επιθυμητικού Ανθρώπου (ΙΙ)
Αυτός ο συλλογισμός συνοψίζει άψογα γιατί το βαθύτερο αίτιο της δημογραφικής κρίσης αποτελεί μια ανθρωπολογική αντίφαση και όχι μια οικονομική αντίφαση, πολιτική κτλ. Αυτή η κοινωνιολογική παρακμή, τελικά οδηγεί και σε λογιστική/διευθυντική/υλιστική παρακμή του πολιτισμού, μιας και η γήρανση του πληθυσμού δεν θα επιφέρει θετικές συνέπειες στην οικονομία και στο τεχνητό σκέλος διαχείρισης της κοινωνίας.
Ανακεφαλαιώνοντας, η κατάσταση είναι τετελεσμένη διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να ανατραπεί, μέσα στα χωροχρονικά πλαίσια του πολιτισμικού κύκλου ο οποίος την πρωτογέννησε. Χρειάζεται να επέλθει το οριστικό κλείσιμο της νεότερης πολιτισμικής φάσης και η είσοδος σε έναν νέο κύκλο, όπου οι άνθρωποι θα έχουν το εσωτερικό κίνητρο να ρυθμίσουν εναλλακτικά τις σχέσεις τους και να ιεραρχήσουν με διαφορετική προτεραιότητα τις αξίες τους.
Αυτή είναι μια διαδικασία η οποία μπορεί να πάρει πολλές δεκαετίες ή ίσως και αιώνες. Το αποτέλεσμα δεν είναι βέβαιο αν θα είναι προς μια υγιέστερη κατεύθυνση ή χειρότερη. Πιθανώς, το στάδιο της προσωποκεντρικής κοινωνίας δεν θα επιτευχθεί και θα υπάρξει υποχώρηση σε κολεκτιβισμό. Μπορεί κανείς μόνο να ελπίζει.
Ενδεικτική αναφορά: Ζιάκας, Θ. (2003.). ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ - ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ . ΑΡΜΟΣ.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Ετικέτες
Απόψεις Βιβλιοθήκη- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου