Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Περί Δημοκρατίας (IV): Η Έννοια, οι Αρχές και η Ουσία της

 

 


«Οι παραπάνω σκέψεις φαίνεται να καταδεικνύουν ότι καμία από τις αρχές βάσει των οποίων οι άνθρωποι διεκδικούν το δικαίωμα να κυβερνούν και να υποτάσσουν όλους τους άλλους στην εξουσία τους δεν είναι απολύτως δίκαιη. Σε εκείνους που αξιώνουν να έχουν την αποκλειστική εξουσία διακυβέρνησης, επικαλούμενοι την αρετή ή τον πλούτο τους, οι πολλοί θα μπορούσαν εύλογα να αντιτάξουν ότι και οι ίδιοι είναι συχνά ανώτεροι ως προς την αρετή και πλουσιότεροι από τους λίγους - δεν εννοώ ο καθένας ξεχωριστά, αλλά όλοι μαζί ως σύνολο». - Αριστοτέλης 

  

Τι είναι δημοκρατία; Ένας ενστικτώδης και αντανακλαστικός ορισμός, θα μπορούσε κάλλιστα, να αποτελεί μια υπόδειξη, ως προς την ύπαρξη ελευθερίας λόγου και έκφρασης. Ωστόσο, όπως θα γίνει φανερό εν συνέχεια, αυτός ο τύπος ικανότητας/δικαιώματος παρατηρείται και σε ορισμένες μη δημοκρατικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα, όταν η συνεχιζόμενη διασφάλιση της ελευθερίας της σκέψης ενυπάρχει μέσα στα πλαίσια ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, αυτή αποτελεί -όχι θεμελιώδες και ταυτοτικό γνώρισμα του- αλλά παραγόμενο παραπροϊόν και δευτερεύουσα λειτουργία εκείνου. 

Σε επόμενο στάδιο ανάλυσης, ίσως ένας λεξιλογικός/εγκυκλοπαιδικός ορισμός, είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει την επιζητούμενη σημασία επαρκώς. Θα μπορούσε να λεχθεί με ευκολία -όπως και συνηθίζεται να υποστηρίζεται- πως δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης, που εξασφαλίζει ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, διατηρεί ένα πολυκομματικό οικοσύστημα πολιτικών αντιπροσώπων, επιβάλλει διαχωρισμό των εξουσιών και φροντίζει περί της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.  

Εντούτοις, οι εγκυκλοπαιδικές αποσαφηνίσεις αποτελούν απλουστευτικά και παραπλανητικά σχήματα. Πράγματι, είναι σε θέση να τροφοδοτήσουν έναν νεαρό αναγνώστη, με ένα δεδομένο υλικό, με τη προϋπόθεση, πως εκείνος μέλλει να στοχεύσει την σταδιακή κατάκτηση ποιοτικά ανώτερων τύπων γνώσεων, για ενδελεχέστερη κατανόηση ενός φαινομένου. Συνοπτικά, οι λεξιλογικές περιγραφές έχουν τον ρόλο ενός σημείου εκκίνησης, μιας νοητικής άγκυρας, ένα θεμέλιο για πληρέστερη κατανόηση· δεν συνιστούν όμως οι ίδιες τερματικό σταθμό. 

Για να δοθεί ένα εναλλακτικό παράδειγμα, με βάση έναν λεξιλογικό ορισμό, το σχολείο είναι μια εκπαιδευτική μονάδα, με στόχο την παροχή μόρφωσης σε παιδιά, μέσα από την υποβολή τους σε συστηματική διδασκαλία συγκεκριμένης ύλης.  Μια βιωματική εμπειρία όμως, φανερώνει μια διαφορετική αλήθεια. Αυτό μπορεί να νοηθεί σαν στέγαση κοινότητας ισότιμων προσώπων, τα οποία συνυπάρχουν σε σχέση. Οι γονείς που αποκλείουν την είσοδο των παιδιών τους σε σχολεία, για να τα οδηγήσουν σε καθεστώς κατ' οίκον εκπαίδευσης, αδυνατούν ή έστω αδιαφορούν να καταλάβουν, πως αυτά δεν χάνουν με αυτό τον τρόπο, απλά στενές εκπαιδευτικές τελετουργίες, αλλά και τους συνομήλικους τους και όλες τις εμπειρίες που φέρει ο συσχετισμός μαζί τους· έναν ολόκληρο κόσμο διαμόρφωσης προσωπικότητας, συνείδησης και τρόπου ζωής. 

Στη προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, η προσθήκη της κοινωνικής αλήθειας, δεν αναιρεί εν τέλει, τον εκπαιδευτικό και προγενέστερο σχολικό άξονα αναφοράς. Αυτές οι δύο καταστάσεις, συνυπάρχουν, στο ίδιο πλαίσιο, σαν παράλληλες πραγματικότητες. Στο τρέχον παράδειγμα κάποιος καλείται να αντικρίσει  έναν εμπλουτισμό και μια αναπλαισίωση της αρχικής σχολικής ορολογίας. 

Το παροντικό άρθρο, θα διαβεί ένα βήμα παραπέρα. Δεν επιχειρείται απλά ο εμπλουτισμός του ορισμού της δημοκρατίας, με την παροχή επιπρόσθετων πληροφοριών, ούτε απλώς η αναπλαισίωση των γνωστών ιδιοτήτων της, με στόχο παροχής στον αναγνώστη μιας εναλλακτικής πτυχής της, ή οποία ενυπάρχει με την πρωταρχική διατυπωμένη διάσταση της. Η «αποστολή» εδώ είναι ο ριζικός και ολιστικός θεωρητικός αναπροσδιορισμός της, με έναν τέτοιο τρόπο, που την μετασχηματίζει σε κάτι ολοκληρωτικά  διαφορετικό και αντίθετο ως προς την επικρατούσα φιλελεύθερη διατύπωση της. Για να τεθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, το φλέγον ζήτημα· η επαναφορά των ξεχασμένων εργοστασιακών της ρυθμίσεων, σύμφωνα με την αρχαιότητα, για την αξιοποίηση και προσαρμογή των αρχών της, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες της νεότερης εποχής. 

Ο Αριστοτέλης ταξινομεί τη δημοκρατία στα ημαρτημένα πολιτεύματα. Μάλιστα, έχοντας σαν σημείο αναφοράς την τυραννία και την ολιγαρχία, εκείνος χαρακτηρίζει τη δημοκρατία, ως τη καλύτερη στρεβλή επιλογή από τα τρία. Στον αντίποδα, αν και αξιακά θεωρεί τη μοναρχία και την αριστοκρατία, ως τα προτιμότερα από τα ορθά πολιτεύματα, ταυτοχρόνως, αυτός κρίνει, πως αποτελούν θεωρητικές εξιδανικεύσεις, οι οποίες πρακτικά είναι αδύνατον ή πολύ δύσκολο να προσωποποιηθούν θεσμικά καθώς πρέπει. 

Ως λογική συνέπεια, ασκεί κριτική σε φιλόσοφους σαν τον Πλάτωνα, μιας και τείνουν να παραμένουν διανοητικά αγκιστρωμένοι σε ιδεατούς αρχέτυπους πολιτειών, αντί να εστιάζουν την ματιά τους στη κατεύθυνση του δυνατότερου και πρακτικότερου εφαρμοσμένου παραδείγματος. Ο Σταγειρίτης καταλήγει λοιπόν στο συμπέρασμα, πως η πολιτεία αποτελεί το προτιμότερο και πρακτικά εφικτότερο πολίτευμα, για την πλειοψηφία των περιπτώσεων των ελληνίδων πόλεων.  

Η πολιτεία του, δεν αποτελεί μια ισότιμη μίξη της ολιγαρχικής αρχής με τη δημοκρατική διακυβέρνηση, όπως ίσως φαντάζονται κάποιοι. Αυτή συνιστά την ορθή πολιτειακή μορφή του δημοκρατικού πόλου. Είναι ό,τι είναι η αριστοκρατία για την ολιγαρχία του. Δηλαδή μια μετριοπαθέστερη δημοκρατία, όπου ο δήμος συγκροτεί πολιτικό σώμα και αυτοκυβερνιέται, δίχως όμως να ξεπέφτει στην ελκυστική μαεστρία των δημαγωγικών τεχνασμάτων, με συνέπεια την οχλαγωγία, την ακύρωση της κυριαρχίας του νόμου και την πολιτική αποσταθεροποίηση της πόλις. 

Ειδικότερα, ας ξεδιαλυθεί το εννοιολογικό νήμα του μίτου της πολιτείας του. Αυτός παρατηρεί πως στις ολιγαρχίες, δεν προβλέπεται πολιτική μισθοφορία, δηλαδή παροχή μισθού στην τάξη των φτωχών, για την συμμετοχή τους στα κοινά. Αυτοί, παλεύοντας αγωνιωδώς για την επίλυση του βιοπορισμού τους, μένουν αποκλεισμένοι από το σύστημα. Αντίθετα και μονοπλεύρως, οι πλούσιοι στελεχώνουν τα αξιώματα και απαριθμούν τα συμβούλια, σε δυσανάλογο βαθμό, προωθώντας συστηματικά τα συμφέροντα τους, ενάντιας εκείνων των φτωχών. Σε αυτή τη περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος της λαϊκής εξέγερσης από το πλήθος των πολλών. 

  Στην αντίπερα όχθη, στη δημοκρατία, όπου προβλέπεται πολιτική μισθοφορία για τα κατώτερα στρώματα, παρατηρείται το αντίστροφο δυναμικό. Αυτή, εξελίσσεται με τέτοιο τρόπο, ώστε τελικά οι φτωχοί να παρευρίσκονται συχνότερα στη διαβούλευση (μιας και έχουν εξασφαλισμένη την επιβίωση τους) σε σύγκριση με τους πλούσιους, οι οποίοι, συμμετέχουν στη δημόσια ζωή με χαμηλότερη συχνότητα, μιας και χρειάζεται να συντηρούν και να εποπτεύουν τις ιδιοκτησίες τους. 

Οι φτωχοί εν τέλει, οικειοποιούνται τη πολιτική σε δυσανάλογο βαθμό, προωθώντας επίσης και συστηματικά το συμφέρον τους, εις απουσίας των πλουσίων, στριμώχνοντας τους τελευταίους προοδευτικά σε ολοένα και πιο ασφυκτικά αδιέξοδα, καθιδρύοντας ολοένα και πιο ριζοσπαστικές μορφές ταξικής δημοκρατικής κυριαρχίας. Εδώ, παρουσιάζεται ο κίνδυνος του ολιγαρχικού πραξικοπήματος, για μετατροπή της δημοκρατίας σε ολιγαρχία, με στόχο την ανακούφιση του ανήσυχου ψυχισμού των πλούσιων λίγων. 

 Όντως, για τον Αριστοτέλη, το κοινωνικό/ταξικό ζήτημα αποτελεί μια από τις πιο θεμελιακές μεταβλητές, που βρίσκεται σε θέση να αποσταθεροποιήσει ένα πολίτευμα, προς εναλλακτικές ή και αντιθετικές μορφές, αλλά και σε έσχατες περιπτώσεις, στη δυνητική πυροδότηση εμφυλίων συγκρούσεων και ολοσχερών πολιτειακών αποσυνθέσεων. Έτσι, θέλησε να συνδυάσει την ολιγαρχική προαναφερόμενη αρχή, με την αντίστοιχη δημοκρατική σοφιστεία. Στην πολιτεία, θα παρέχεται πολιτική μισθοφορία για τα κοινωνικά περιθωριοποιημένα στρώματα, με αποτέλεσμα τη συμμετοχή τους στα αξιώματα, ενώ παράλληλα, θεσμοθετείται και η υποχρεωτική συμμετοχή και παρουσία των εύπορων. 

Η υγιής δημοκρατία χαρακτηρίζεται από την αρχή της μεσότητας -μεσότης πολλαπλών επιπέδων- η οποία ανιχνεύεται ως κεντρική αρχή που απαρτίζει την εσωτερική λογική των σταγειρικών έργων. Ως στόχος της δεν είναι η μονόπλευρη εξυπηρέτηση ενός ταξικού συμφέροντος, είτε των φτωχών, είτε των πλούσιων, αλλά η φροντίδα του συμφέροντος της σύνολης κοινωνικής πραγματικότητας. 

Η μεσότητα της πολιτείας του, δεν διαπιστώνεται μόνο στο επίπεδο της πολιτειακής διαβούλευσης, με στόχο, την εκπροσώπηση και συμμετοχή κάθε κοινωνικής τάξης και την εξισορρόπηση των αντιφατικών τους επιδιώξεων, αλλά και ως προς την αναδιανομή του πλούτου.  Αυτός υποστηρίζει πως, οι κολοσσιαίες κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες, δεν μπορούν να διασφαλίσουν την παρατεταμένη αναπαραγωγή μιας σταθερής δημοκρατίας. Ως άμεση απόρροια αυτής της διαπίστωσης, προτείνει μια αισθητή αναδιανομή πλούτου, για την συγκρότηση μιας μεσαίας τάξης, η οποία θα απαρτιζόταν, από τη μεγάλη πλειοψηφία της πολιτείας, αφήνοντας ελάχιστους πλούσιους και φτωχούς στα φασματικά άκρα της πόλις. 

Η ανθρωπολογία αυτού του μεσοστρώματος φαίνεται να ενσαρκώνει την αρετή της μεσότητας · ακριβώς εξαιτίας της ισορροπημένης έκθεσης του ως προς την κατανομή του πλούτου. Αυτός ο κοινωνικός ιστός, κατέχει αρκετούς πόρους έτσι ώστε να μην επιβιώνει απλώς, αλλά να επιτυγχάνει το ευ ζην, κάτι που καταστέλλει την καλλιέργεια μνησικακίας απέναντι στους κατέχοντες. Ισότιμα, εκτιμάται πως δεν θα είναι φιλάργυροι, αλαζόνες και ματαιόδοξοι, όπως οι πραγματικά πλούσιες κοινωνικές στοιβάδες και έτσι δεν θα επιχειρούν την αποσταθεροποίηση της πολιτικής συνοχής εξαιτίας των ακραίων φιλοδοξιών τους. Αξίζει να τονιστεί, πως τα κράτη πρόνοιας των μεταπολεμικών περιόδων του προηγούμενου αιώνα φαντάζουν μια βρεφική προσπάθεια προσέγγισης αυτού του προβληματισμού, ανεπαρκής τόσο σε επίπεδο μεγέθους της εφαρμοσμένης οικονομικής αναδιανομής και σίγουρα με βάση την συμμετοχική διάσταση του πολιτικού ζητήματος. 

Ο Αριστοτέλης κάνει μια απλή εμπειρική, αλλά άκρως σημαντική παρατήρηση ως προς την εξάσκηση της εξουσίας σε οικιακό επίπεδο. Αυτή η παρατήρηση είναι ζωτικής σημασίας, διότι αν γενικευτεί σε καθολικά πολιτικά πλαίσια είναι σε θέση να σκιαγραφήσει με αληθινό τρόπο, το κινητήριο μοχλό της δημοκρατίας, προσφέροντας καρποφόρο έδαφος για τη συγκρότηση μιας εναλλακτικής  φορμαλιστικής/πολιτειακής ταξινόμησης των νεωτερικών πολιτευμάτων. 

Κοντολογίς, μέσα στον οίκο, παρευρίσκεται ο κύριος της μονάδας (εντολέας) και ο δούλος (εντολοδόχος). Ο κύριος εξασκεί δεσποτική εξουσία πάνω στο δούλο του. Ο πρώτος είναι ο διαχειριστής, που κατευθύνει τη δραστηριότητα του τελευταίου, μειώνοντας την ύπαρξη του σε ένα εκτελεστικό εξάρτημα για την ολοκλήρωση των αναγκαίων έργων της οικίας. Σύγχρονοι στοχαστές έχουν υιοθετήσει την προαναφερόμενη σχέση εντολέα-εντολοδόχου τόσο στην κοινωνική/εργασιακή σφαίρα, όσο και στη πολιτική.  

Αξίζει λ.χ. να αναφερθεί η συμβολή του Michael Albert, ο οποίος εντοπίζει αυτή τη σχεσιακή ρύθμιση, μέσα στους κόλπους του μοντέρνου εργασιακού περιβάλλοντος, χαρακτηρίζοντας τους μάνατζερς, ως μιας ξεχωριστή τάξη συντονιστών (εντολέων), που κατευθύνουν την συνολική δραστηριότητα των κατώτερων υποταγμένων μισθωτών εργατών (εντολοδόχων). Ο Albert όμως, καταπιάνεται πρωτίστως και σχεδόν ολοκληρωτικά με την αποκρυπτογράφηση αυτής της σχέσης στο κοινωνικό-εργασιακό επίπεδο, αφήνοντας απέξω την συνολικότερη πολιτειακή διάταξη της κοινωνίας. 

Άλλοι στοχαστές, σαν τον Γιώργο Κοντογίωργη, εφαρμόζουν αυτό το σχεσιακό δυναμικό σε ευρύτερα πολιτικά πλαίσια για την εισαγωγή και παρουσίαση μιας σύγχρονης πολιτειακής τυπολογίας. Σύμφωνα με την συνδρομή του, σαν μοναρχία βαφτίζεται το πολίτευμα το οποίο έχει απορροφήσει και τις δύο από τις ιδιότητες του εντολέα και εντολοδόχου στα σπλάχνα της, αφήνοντας τον κόσμο, σε κατάσταση ιδιώτευσης, ανίκανο να συγκροτήσει συλλογική πολιτική βούληση για διαχείριση των υποθέσεων του.  

Σε επόμενο στάδιο, εντοπίζεται η αντιπροσώπευση, η οποία αποτελεί μεταβατική γέφυρα μεταξύ της ολιγαρχούμενης μοναρχίας και της αληθινής δημοκρατίας. Σε αυτό το σημείο, ο κόσμος συγκροτεί συλλογικό σώμα, δηλαδή δήμο, και αναλαμβάνει τον ρόλο του εντολέα, ενώ στους πολιτικούς αντιπροσώπους υπάγεται μόνο η ιδιότητα του εντολοδόχου. Σε αυτό το εξελικτικό μονοπάτι, επιτυγχάνεται ο διαμοιρασμός αυτών των δύο καίριων ρόλων. Ο δήμος δίνει περιεχόμενο στις εντολές του. Η αντιπροσώπευση υπακούει σε αυτές και τις εκτελεί. Αν δεν υλοποιήσει το επιζητούμενο έργο, ο δήμος έχει την δυνατότητα αξιολόγησης της, ελέγχου της και υποβολής ποινής πάνω στο πρόσωπο της. 

Τέλος, η δημοκρατία ορίζεται ως η απόλυτη απορρόφηση και εξάσκηση, αυτών των δύο λειτουργιών, από το σώμα του δήμου, αναστρέφοντας και καθρεφτίζοντας απόλυτα την προγενέστερη μοναρχική καθεστωτική κατάσταση. Έχοντας σαν σημείο αναφοράς, αυτή την τυπολογική ανάλυση, τα σημερινά δυτικά «φιλελεύθερα» αλλά και ανατολικά ανελεύθερα πολιτεύματα ταξινομούνται στο φασματικό επίπεδο της μοναρχίας.  

Όποιοι φέρουν σαν αντεπιχείρημα τη δυνατότητα της επεισοδιακής ψήφου και σχηματισμού εθνικών εκλογών, κάθε μερικά χρόνια, για την επιλογή εναλλακτικής κομματικής ηγεσίας, οφείλουν να κατανοήσουν, πως η ψήφος δεν δίνει περιεχόμενο εντολής στους εκλεγμένους κυβερνώντες, αλλά ακόμη και έτσι να ήταν, αυτοί δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούσουν και να τιμήσουν το περιεχόμενο αυτό, μιας και δεν λογοδοτούν στον λαό.  

Έχοντας οικειοποιηθεί το πολιτικό σύστημα, απορροφώντας το διττό σχήμα εντολέα-εντολοδόχου, εγκαταλείπουν σκοπίμως τον γενικό πληθυσμό σε θέση ιδιώτευσης. Ο τελευταίος, δεν έχει συλλογική βούληση. Δεν αποτελεί δήμο, αλλά συλλογή διασκορπισμένων θραυσμάτων, τα οποία ασχολούνται με τον μικρόκοσμο τους, μιας και είναι αποκομμένα από το πολιτικό σύστημα, εξαιτίας της μοναρχικής οικειοποίησης του. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την περιγραφή, τα παροντικά πολιτεύματα δεν είναι καν αντιπροσωπευτικά, πόσο μάλλον δημοκρατικά. 

Εξάλλου, ο ίδιος ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει την ψήφο σαν ολιγαρχική. Αυτός λογαριάζει, πως η εκλογή είναι ολιγαρχική, ενώ η κλήρωση δημοκρατική. Δεν είναι φανερό -στον αρθρογράφο- για ποια από τις δύο αυτές μεθόδους φανερώνει προτίμηση. Είναι βέβαιο, πως θεωρεί πως σε ορισμένα αξιώματα λ.χ. σε σημαντικές στρατιωτικές θέσεις, το ολιγαρχικό κριτήριο επιλογής είναι προτιμότερο και ίσως αναγκαίο, μιας και η στρατηγική άμυνα μιας πόλις δεν νοείται να αφεθεί στα χέρια της κληρωτής τυχαιότητας.  

Σε άλλες περιστάσεις δε, σημειώνει πως η κλήρωση επιτελεί δυνητικά διορθωτικές διεργασίες και παρεμβάσεις π.χ. οι πολίτες ενός τόπου είχαν υιοθετήσει την έξη της επαναλαμβανόμενης επανεκλογής αμφιλεγόμενων ποιοτικά προσωπικοτήτων. Η κλήρωση συστήθηκε ως διορθωτική παρέμβαση, μιας και ελευθέρωσε τα αξιώματα από τη μονοπωλιακή χείρα των υποψηφίων αυτών. 

Φυσικά, αυτό αναγκαστικά μετατοπίζει τη συζήτηση, στα σύνορα της ανθρωπολογίας. Ο φιλόσοφος, είχε κατανοήσει, πως κάθε πολίτευμα αντιστοιχεί σε έναν συγκεκριμένο ανθρωπότυπο, ο οποίος είναι σε θέση να διασφαλίσει και να αναπαράγει τους θεσμούς που καλείται να υπηρετήσει και να τον υπηρετήσουν αντίστοιχα. Το ολιγαρχικό πολίτευμα δεν αντιστοιχεί στο βίωμα ενός δημοκρατικού πολίτη και το δημοκρατικό βίωμα δεν ανταποκρίνεται σε έναν ολιγαρχικό τρόπο διακυβέρνησης. Ειδικότερα, παρατηρούνται ενδοδημοκρατικές ποιοτικές διαφοροποιήσεις, μιας και διακρίνονται πολλαπλοί τύποι δημοκρατίας, που αντιστοιχούν σε συγκρότηση της από διαφορετικούς συνδυασμούς κοινωνικών τάξεων π.χ. γεωργοί, αγρότες, έμποροι και τεχνίτες κτλ. 

Είναι φανερό, πως η δημοκρατία μπορεί να διατηρηθεί, μόνο αν η παιδεία της κοινωνίας καλλιεργεί το «είναι» του ατόμου, δηλαδή  το ήθος του, τη συνείδηση του, την καρδιά και το μυαλό του, προς ανάλογες προαπαιτούμενες προδιαγραφές. Αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα, αποτυπώνεται και στον Επιτάφιο του Περικλέους· τη συγκρότηση της κοινωνιολογικής μονάδας του πολίτη, αυτός που έχει κάνει τη σοφία, την ομορφιά και το κοινό καλό τρόπο ζωής του και κομμάτι της ύπαρξης του. 

Όπως μας λέει και ο Κοντογιώργης, η δημοκρατία, συγκροτεί την καθολική ελευθερία, δηλαδή την σωρευτική τάση της ατομικής ελευθερίας, της κοινωνικής και της πολιτικής. Η κοινωνική ελευθερία ορίζεται ως έξοδος από την παρούσα εξαρτημένη εργασία, η οποία αναπαράγει τη σχέση αφέντη-δούλου, και εδραιώνει τη δημοκρατική αρχή στην εργασιακή σφαίρα, μέσα από μετασχηματισμό των επιχειρηματικών κέντρων, σε χώρους εταίρων. Τέλος η πολιτική ελευθερία ιχνογραφείται ως καθολική μεταβολή του πολιτικού συστήματος, μέσα από την ενσωμάτωση του πληθυσμού στους κόλπους του, για την αυτοκυβέρνηση της πολιτικής τους μοίρας. 

Η νεωτερική εποχή κατάφερε να εδραιώσει την ελευθερία σε ατομικό επίπεδο, ξεφεύγοντας από το φεουδαλικό παρελθόν της· όχι όμως την κοινωνική και πολιτική. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ σε ατομικό επίπεδο, δηλώνεται κατάσταση ελευθερίας, στο κοινωνικό και πολιτικό μαρτυρείται παραχώρηση δικαιωμάτων. Το δικαίωμα κυβερνάει όπου δεν έχει εδραιωθεί επαρκώς η αντίστοιχη ελευθερία. Ο δούλος, μπορεί να κατέχει δικαιώματα, αλλά αυτό δεν τον κάνει ελεύθερο. Τα χρειάζεται ακριβώς επειδή βρίσκεται υπό καθεστώς ανελευθερίας, έτσι ώστε να προστατευτεί σε κάποιο βαθμό από τον φεουδάρχη. 

Ο μισθωτός εργάτης, απολαμβάνει δικαιώματα και προστασίες στον εργασιακό χώρο, ακριβώς επειδή αυτά είναι απαραίτητα αναχώματα, για τον περιορισμό της βλάβης, που μπορεί να του προξενήσει η άνιση δεσποτική σχέση εργοδότη-μισθωτού. Σε πολιτικό επίπεδο, προδιαγράφεται το δικαίωμα στη διαδήλωση. Αν υπήρχε όμως πολιτική ελευθερία και ο κόσμος ήταν ενσωματωμένος στη μήτρα του πολιτικού συστήματος, δεν θα υπήρχε η ανάγκη για ένα τέτοιο δικαίωμα, διότι αυτός που είναι πολιτικά ελεύθερος, αξιοποιεί θεσμοθετημένες οδούς για την διαμόρφωση της πολιτικής ζωής· ενώ ο πολιτικά ανελεύθερος, ξεπέφτει στη διαδήλωση, εξαιτίας απουσίας εναλλακτικών διαθέσιμων καναλιών επιρροής.   

Η καθολική όμως ελευθερία συνοδεύεται, από το σωρευτικό και ανάλογο φορτίο της ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης. Ακριβώς εξαιτίας αυτού, η νεότερη ανθρωπομορφή, δεν έχει επιχειρήσει να πλησιάσει αυτό το δημοκρατικό πολίτευμα, διότι δυσανασχετεί με τις αυξανόμενες ευθύνες που ενυπάρχουν στη κατάκτηση μιας πολλαπλάσιας ελευθερίας. Δεν είναι ανθρωπολογικός τύπος που αρμόζει σε δημοκρατία, αλλά στη παροντική ολιγαρχική πραγματικότητα. 

 Ο φιλόσοφος προσφέρει άλλη μια εύστοχη ματιά. Η πόλις λέει είναι η κοινωνία των φίλων. Οι συμβάσεις, είτε στρατιωτικής, είτε εμπορικής φύσεως, αποτελούν απλά δομικές προϋποθέσεις οι οποίες διασφαλίζουν την άνθιση οικογενειακών, συγγενικών και φιλικών δεσμών, σχέσεις στις οποίες πραγματώνεται η επιζητούμενη κατάσταση της ευδαιμονίας. Θεωρεί, πως το κύριο αίτιο σύγκρουσης μεταξύ των ολιγαρχών και των δημοκρατικών κοινωνικών πόλων, εδράζεται σε διαφορετική αντίληψη που κατέχουν περί  δικαιοσύνης και ισότητας. 

Μας κάνει γνωστό, πως η δημοκρατική αρχή ενυπάρχει παντού, ακόμη και μέσα στους μικροσκοπικούς και αυστηρά ελεγχόμενους κόλπους ενός ολιγαρχικού καθεστώτος. Αυτό διότι, οι λίγοι πλούσιοι, θεωρώντας πως είναι ισότιμοι και ελεύθεροι άνθρωποι, ή έστω σχετικά ισότιμοι, εξαιτίας του πλούτου τους, της αριστείας τους και της καταγωγής τους, συζητούν και επικοινωνούν μεταξύ τους, σχετικά με το πως θα διοικήσουν τη σύνολη πολιτεία. 

Αντίθετα, αυτοί δεν θέλουν να διευρύνουν τη δημοκρατική αρχή και στους πληβείους, διότι θεωρούν αδικία να μοιράζονται κοινή θέση, με παρείσακτους, αμόρφωτους και άξεστους· είναι κατώτεροι τους. Οι φτωχοί από την άλλη, πάλι βασισμένοι σε μια αίσθηση καθολικής ή έστω ευρύτερης  ισότητας και δικαιοσύνης, απαιτούν μια ισότιμη θέση στη πολιτική ζωή της πόλις. Ο στόχος τους είναι η απόσπαση της δημοκρατικής αρχής/ της κοινωνίας των φίλων, έτσι ώστε αυτή να μην αποτελεί μονοπωλιακό προνόμιο ενός ολιγαρχικού μικροκόσμου, αλλά κτήμα ενός ευρύτερου γεωγραφικού και δημογραφικού επιπέδου. 

Φαίνεται, πως η δημοκρατία είναι το πολίτευμα των φίλων. Δεν αρμόζει σε σκλάβους και μισθωτούς. Αυτοί προϋποθέτουν την ύπαρξη αφεντικών. Η φιλία δεν μπορεί να φανερωθεί σε καθεστώς ανισότητας· όχι με τη πλήρη και αληθινή της διάσταση. Η δημοκρατία δεν είναι παρά η προέκταση της ισότητας και της ελευθερίας του ολιγαρχικού μικροκόσμου, σε καθολικότερα δημογραφικά πλαίσια, άρα η συνάντηση ευρύτερων στοιχείων στη κοινωνία των φίλων. 

Συμπληρωματικά, από τα πολιτεύματα είναι το μόνο που προβλέπει σαν πολιτική επιταγή, τον ουσιαστικό διαπροσωπικό συσχετισμό των μελών του, για την αυτοκυβέρνηση της  συλλογικής τους μοίρας τους. Πράγματι, σε μοναρχικά αλλά και ολιγαρχικά πολιτεύματα, οι διαπροσωπικές επαφές ανιχνεύονται, όχι σε πολιτικό επίπεδο, όπου ο κόσμος είναι ιδιώτης, αλλά σε κατακερματισμένα πλαίσια π.χ. χώροι ψυχαγωγίας, εκκλησίες, πανεπιστήμια, σχολεία κτλ. Εξαιτίας αυτής της λεπτής, αλλά σημαντικής διάκρισης, αποτελεί την πολιτική κρυστάλλωση του πολιτισμού, που έχει υιοθετήσει σαν παιδεία και χαρακτήρα, την φιλία. Όταν ο κατάλληλος ανθρωπότυπος έχει διαμορφωθεί, τότε θα εισάγει τον εαυτό του στο πολιτικοχωρικό δημόσιο χώρο με αίτημα την ενσωμάτωση του στο σύστημα σαν θεσμό, μεταβάλλοντας την πολιτική στοιβάδα, με βάση το πνεύμα των φίλων.

 Είναι εξίσου αληθές, πως αν η δημοκρατία είναι η ορθότερη προσωποποίηση, σε θεσμικό επίπεδο, της κοινότητας των φίλων, τότε αυτή σίγουρα δεν δύναται να προσεγγιστεί από την κρατούσα κοινωνία των ιδιωτών/ξένων. Ο Αριστοτέλης σημειώνει πως οι τύραννοι έχουν ως ύψιστο στόχο την ιδιωτικοποίηση και αποξένωση του κόσμου, την καταστολή σύναψης ουσιαστικών σχέσεων μεταξύ των πολιτών, για την πρόληψη ενός ανατρεπτικού πραξικοπήματος εις βάρος τους. Οι αλλοτριωμένοι καθίστανται ανίκανοι ως προς σύναψη εμπιστοσύνης, για τη προσέγγιση της φιλίας και άρα ανίκανοι να υλοποιήσουν την επιζητούμενη δημοκρατική πραγματικότητα. Η ορατή κοινωνία των ξένων, στη παρούσα φάση, δεν μπορεί να προσεγγίσει την κοινωνία των φίλων.

 Τέλος ας παρουσιαστούν ενδεικτικά, κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ενός δημοκρατικού πολιτεύματος ορθής μορφολογίας, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη:  

1. Όλοι ασκούν εξουσία πάνω στον καθένα και με τη σειρά τους, όλοι κυβερνώνται εναλλάξ από όλους. 

2. Οι δημόσιες αρχές καλύπτονται με κλήρωση, είτε όλες, είτε όσες δεν απαιτούν ειδική εμπειρία και τεχνική κατάρτιση. 

3. Η ανάληψη δημόσιου αξιώματος δεν προϋποθέτει συγκεκριμένο περιουσιακό όριο ή απαιτεί ένα όσο το δυνατόν χαμηλότερο όριο. 

4. Ο ίδιος πολίτης δεν προβλέπεται να καταλαμβάνει επανειλημμένα το ίδιο αξίωμα ή επιτρέπεται να το κάνει σε σπάνιες και περιορισμένες περιπτώσεις, εκτός από τα στρατιωτικά αξιώματα. 

5. Η θητεία των αρχόντων είναι σύντομη, όπου αυτό είναι εφικτό. 

6. Όλοι οι πολίτες συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης, με δικαίωμα να κρίνουν όλες τις υποθέσεις, ή τουλάχιστον τις περισσότερες η σημαντικότερες, όπως εκείνες που αφορούν τον έλεγχο των αρχόντων, το ίδιο το πολίτευμα και τις ιδιωτικές συναλλαγές. 

7. Η λαϊκή κυβέρνηση είναι κυρίαρχη σε όλα τα ζητήματα ή τουλάχιστον τα σημαντικότερα, ενώ καμία δημόσια αρχή δεν έχει εξουσία ή έχει μόνο σε ελάχιστα ζητήματα. Εναλλακτικά, το βουλευτικό σώμα είναι κυρίαρχο στα σημαντικότερα θέματα. 

 8. Κανένα δημόσιο αξίωμα δεν πρέπει να είναι ισόβιο. Αν εξαιτίας προγενέστερης αλλαγής, έχει συγκροτηθεί τέτοιο αξίωμα, πρέπει έστω να περιοριστεί η εξουσία του και να μετασχηματιστεί από αιρετό σε κληρωτό. 

9. Καταβάλλεται αμοιβή, σε όλους όσους συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση, στα δικαστήρια και στις δημόσιες αρχές. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, αμείβονται έστω όσοι υπηρετούν στις δημόσιες αρχές, στα δικαστήρια, στο βουλευτικό σώμα, στις σημαντικότερες συνελεύσεις. 

10. Το βουλευτικό σώμα θεωρείται ο πιο δημοκρατικός θεσμός, αν δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα για να καταβάλλεται αμοιβή σε όλους τους πολίτες που συμμετέχουν στις δημόσιες λειτουργίες. Όταν όμως υπάρχουν αρκετά χρήματα για καταβολή αμοιβών, ο λαός περιορίζει ακόμη και την εξουσία του βουλευτικού σώματος. Διότι, όταν οι πολίτες αμείβονται για τη συμμετοχή τους, ο δήμος αναλαμβάνει ο ίδιος όλες τις αποφάσεις.   

 Ένα άλλο ζήτημα που παραμένει και επιδέχεται περαιτέρω συζήτηση· είναι η οικονομία. Αν ο κόσμος ενσωματωθεί στο σύστημα και γίνει θεσμός, με στόχο την κατάργηση της εξαρτημένης εργασίας, και μια ουσιαστική αναδιανομή εισοδήματος από τους κατέχοντες στους μη έχοντες, αυτή η κατάσταση μπορεί να προσφέρει μια σταθεροποιητική ρύθμιση, όπου όλοι μπορούν να μείνουν ευχαριστημένοι; Σίγουρα, αυτή η μετριοπαθέστερη μεταβολή της οικονομικής σφαίρας, θα ήταν μια ελάχιστη και απαραίτητη προϋπόθεση και κίνηση προς σωστότερη κατεύθυνση.  

Μήπως όμως η προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, η διατήρηση ταξικών διαφορών, και η αρχή του κέρδους, εν τέλει, θα έγερναν πάλι τον ζυγό, στα μέτρα των επιχειρηματικών βαρόνων; Αυτό είναι ένα διακύβευμα, που θα εξερευνηθεί εξονυχιστικά σε επόμενο άρθρο, δηλαδή, αν αυτή η ριζοσπαστική δημοκρατία θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να λειτουργήσει, με βάση μιας ημι-παραλλαγής της νεότερης καπιταλιστικής οικονομίας, ή αν θα της άρμοζε, η συνοδεία μιας ολοκληρωτικά σοσιαλιστικής παραγωγικής οργάνωσης. Ο στόχος άλλωστε, δεν είναι η πιστή προσκόλληση στο αρχαίο υπόδειγμα, αλλά η αναπλαισίωση των βασικών αρχών του, στις σημερινές αναγκαιότητες.

 

Προηγούμενα σχετικά άρθρα: 

Περί Δημοκρατίας (Ι): Η Ανάκτηση του Δημόσιου Χώρου ως Προαπαιτούμενο της

Περί Δημοκρατίας (II): H Ψηφιακή Πλατφόρμα ως η Νέα Πνύκα;

 Περί Δημοκρατίας (III): Το Δημοκρατικό Κύτταρο ως Ύψιστη Μονάδα της Πολιτείας

 

 

 

Σχόλια