«Ξέρετε, στη λέξη "αυτονομία" υπάρχουν δύο ρίζες: αυτός (εγώ ο ίδιος) και νόμος. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τη ρίζα αυτός και ξεχνούν τη ρίζα νόμος. Αυτόνομος είναι εκείνος που δίνει στον εαυτό του έναν νόμο. Φυσικά, δεν θα αποκαλούσα αυτόνομο ένα πρόσωπο που απλώς εκπληρώνει τις επιθυμίες του χωρίς κανέναν έλεγχο... Αυτό ισχύει επίσης και για την κοινωνία» - Καστοριάδης
Μιας και το φαινόμενο της διαδήλωσης αποτελεί φλέγον (στην κυριολεξία) ζήτημα της παρούσας χρονικής περιόδου, λ.χ. το παράδειγμα της Γαλλίας, ας πραγματοποιηθεί ένας σύντομος σχολιασμός επί του θέματος αυτού. Ειδικότερα, ας εκκινηθεί η ανάλυση έχοντας σαν αφετηριακό σταθμό μια σοβαρή υπενθύμιση. Το δικαίωμα ηγεμονεύει εκεί όπου ο αντίστοιχος τύπος ελευθερίας ελλείπει ή έστω δεν έχει εδραιωθεί επαρκώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα της διαδήλωσης πρωταγωνιστεί, ακριβώς εξαιτίας επικράτησης καθεστώτος ανελευθερίας σε πολιτικό επίπεδο.
Αν οι παρούσες κοινωνίες είχαν καταφέρει να κατακτήσουν ή τουλάχιστον προσεγγίσουν σε στοιχειώδη βαθμό την πολιτική ελευθερία, τότε ο κόσμος θα συγκροτούσε θεσμό. Αυτός μέσα από τη δόμηση συλλογικού και θεσμοθετημένου σώματος, θα ήταν σε θέση να επηρεάσει το πολιτικό του πεπρωμένο, επιλέγοντας εν τέλει το περιεχόμενο των επιβαλλόμενων πολιτικών. Η διαδήλωση, ουσιαστικά αποτελεί εξωθεσμικό κανάλι πολιτικής επιρροής, στο οποίο ξεπέφτουν εκείνοι όσοι είναι ανίκανοι να αξιοποιήσουν ενσωματωμένα και πολιτειακά μέσα και οδούς. Κοινώς, η παρουσία ενός δικαιώματος π.χ. της διαδήλωσης μαρτυρά καθεστώς πολιτικής ανελευθερίας.
Καθώς αυτό κατέστη σαφές, ας αποσαφηνιστούν οι δομικές και παιδαγωγικές μεταβλητές, που ουσιαστικά έχουν «ξεδοντιάσει» την αποτελεσματικότητα του τελευταίου αυτού λαϊκού αντανακλαστικού. Η διάκριση είναι διττή: 1) Αφενός φανερώνονται εξωγενή/δομικά εμπόδια, 2) αφετέρου -η λαϊκή χειρονομία αυτή- αυτοζημιώνεται εξαιτίας ενδογενών/κοινωνιολογικών αιτιών. Ας εξεταστεί το πρώτο σκέλος.
Αν και φυσικά μαζικές εξεγέρσεις υπήρχαν και στον Μεσαίωνα, συνηθίζεται να επαναλαμβάνεται πως οι τρέχουσες διαδηλώσεις αποτελούν αναδυόμενο γνώρισμα του 18ου αιώνα και ειδικότερα παραπροϊόν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη Γαλλική Επανάσταση. Με βάση το πρότυπο αυτό, ο κόσμος καλείται να συγκεντρωθεί στα πλαίσια μιας μαζικής πορείας, αξιοποιώντας εκείνη σαν μέσο άσκησης πίεσης ως προς την εξουσία για ικανοποίηση των αιτημάτων του. Η διαδήλωση λοιπόν, όπως είναι γνώριμη στο νεότερο υποκείμενο, χαρακτηριζόταν όντως από μια δεδομένη αποδοτικότητα, μέχρι και τα τέλη του τρίτου τέταρτου του 20ού αιώνα.
Στη συνέχεια, εξαιτίας της απελευθέρωσης του κεφαλαίου, της κινητικότητας της εργασίας, των υπηρεσιών και της περαιτέρω ωρίμανσης της ιδιωτικής δύναμης, το πεδίο λήψεων αποφάσεων μετατοπίζεται από τον εθνικό-κρατικό πράκτορα σε υπερεθνικό επίπεδο. Οι συσχετισμοί ισχύος μεταβάλλονται και πρωταρχικό λόγο περί χάραξης πολιτικής κατέχει πλέον ένα ιδιωτικό/επιχειρηματικό και διεθνοποιημένο κέντρο ισχύος· όχι τα κρατικά υποκείμενα και πράκτορες. Εν συντομία, οι πολιτικές ορίζονται από μη εκλεγμένους θεσμούς, όπως το ΔΝΤ και διοικητικά συμβούλια πολυεθνικών, τους οποίους οι διαδηλώσεις δεν επηρεάζουν στο ελάχιστο. Ο κόσμος απευθύνεται απλώς σε έναν κοινοβουλευτικό μεσολαβητή, ο οποίος έχει ήδη προσυμφωνήσει για την πολιτική τάξη που καλείται να εφαρμόσει.
Συνεπώς, παρατηρείται εύλογα μια χωροχρονική ασυμμετρία διεθνοποίησης. Από τη μια πλευρά η κοινωνία παραμένει χωρικά εγκιβωτισμένη στην τοπική κλίμακα του εθνικού-κρατικού συστήματος· στους δρόμους. Ταυτόχρονα, ο ιδιωτικός και επιχειρηματικός κόσμος έχει αποκτήσει φυσική ροή, κινείται οριζοντίως σε διακρατικό επίπεδο και καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις εφαρμοσμένες πολιτικές των χωρών. Η κοινωνία οδεύει με όρους 18ου αιώνα· οι ελίτ δε, βαδίζουν με μεθοδολογίες που αρμόζουν στον τρέχοντα χρόνο.
Για να τεθεί εναλλακτικά, η βιολογία του διαδηλωτικού φαινομένου παρουσιάζει «γήρανση». Αυτή προέκυψε από ανάγκες του 18ου αιώνα, όταν ο λαός καλούνταν να στραφεί εναντίον ενός τοπικού άρχοντα. Δεν μπορεί να επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα στην τρέχουσα διάχυτη και παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα. Αυτή έχει εξαντλήσει το δυναμικό της απόθεμα, έφτασε στο εξελικτικό της απόγειο και τώρα έχει γεράσει, φαντάζει λίγη· έχει υποστεί λειτουργική αχρήστευση, ακριβώς εξαιτίας νεότερων συσχετισμών ισχύος που ανιχνεύονται μόλις από τη δεκαετία του '70/'80.
Αυτά περί του εξωτερικού/δομικού σκέλους. Ας γίνει ενδοσκόπηση σε οργανωτικό επίπεδο. Όταν κανείς εστιάζει το βλέμμα του σε ενδοοργανωτικό επίπεδο, τα υπονομευτικά αίτια των λαϊκών αυτών κινήσεων διαφαίνεται να προέρχονται από επίσης δύο πηγές. Πρώτον, η απουσία των κατάλληλων δομικών-ιστορικών συνθηκών. Δεύτερον, η ελλιπής ανθρωπολογία και ψυχισμός που απαρτίζει αυτό το στρώμα διαδηλωτών.
Οι παροντικές διαδηλώσεις ωχριούν μπροστά στις ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό διότι είναι ανίκανες να μετασχηματιστούν σε εξελικτικά ανώτερο τύπο οργάνωσης. Με τη σειρά τους, βρίσκονται εγκλωβισμένες, σε στάδιο, μιας επεισοδιακής συνάντησης ενός όχλου. Αυτό το σύνολο δεν αποτελεί συλλογικό σώμα, με κοινή βούληση, συνείδηση και πρόγραμμα, αλλά απαριθμείται από κατακερματισμένες προσωπικότητες, διαφορετικών επιπέδων, ταχυτήτων και επιδιώξεων. Οι συμμετέχοντες αυτοί αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, αλλά διαφαίνεται πως δεν αναπτύσσουν τους προαπαιτούμενους συσχετισμούς/ζυμώσεις για τη συγκρότηση ενιαίου σώματος με έναν ορισμένο σκοπό.
Εύλογα λοιπόν, αυτό έχει σαν συνέπεια την προσκόλληση των διαδηλώσεων στο επίπεδο περιστασιακών συναντήσεων· όχι τη μετεξέλιξή τους σε συστηματικότερους και ποιοτικά ανώτερους τρόπους οργάνωσης, που δυνητικά όντως θα μπορούσαν να ασκήσουν μια δεδομένη πίεση προς σωστές κατευθύνσεις. Που οφείλεται αυτό; Αρχικά, οι σημερινές δομικές συνθήκες δεν επιτρέπουν στον κόσμο να αναπτύξει τον επιζητούμενο τύπο οργάνωσης και συσχετισμού. Οι επιταγές της εργασιακής αλλά και ευρύτερης καθημερινότητας μετουσιώνουν ανάλογους συσχετισμούς και δράσεις σε κοστοβόρες και «ποινικοποιημένες» ενέργειες.
Αναλόγως λοιπόν, ανώτεροι ποιοτικά οργανωτικοί μέθοδοι θα επινοηθούν εξαιτίας αναγκών. Ο κόσμος θα κορυφώσει τη δραστηριότητά του, όντας εξαναγκασμένος, εξαιτίας της περαιτέρω ατροφίας της υπηρεσιακής χείρας του κράτους. Οι συνθήκες που θα γεννήσουν τους επιζητούμενους συσχετισμούς θα είναι αντίξοες και πτωχευμένες. Αυτή η πραγματικότητα δεν εντοπίζεται ακόμη, η κοινωνία όμως φανερώνεται αγκιστρωμένη στον προθάλαμο που οδηγεί προς τα εκεί.
Συν τοις άλλοις, το παιδαγωγικό σκέλος φαντάζει εξίσου, αν όχι σημαντικότερο. Το νεωτερικό υποκείμενο δεν κατέχει την κατάλληλη προσωπικότητα, χαρακτήρα, ήθος και παιδεία, η οποία θα το έκανε ικανό να αξιοποιήσει ορθώς τις επικείμενες και έσχατες ιστορικές συνθήκες. Η φανέρωση λοιπόν ενός ανοίγματος δεν σημαίνει αυτομάτως επιτυχία, εάν η πρωταγωνιστική αρχή δεν μπορεί να το εκμεταλλευτεί συνετά. Ο κυρίαρχος επιθυμοκεντρικός και μηδενιστικός τύπος, που ηγεμονεύει, ο κοσμοπολίτης των αεροδρομίων και ο χομπίστας της γειτονιάς, δεν δύναται να ισοσταθμίσει την παρατηρούμενη ασυμμετρία μεταξύ κοινωνιών και συστήματος.
Αυτός συμπεριφέρεται με την αντιληπτική εργαλειοθήκη ενός καταναλωτή υπηρεσιών, που παραπονιέται πεισματικά σε έναν μάνατζερ για ένα αγορασμένο αγαθό, που του προκάλεσε απογοήτευση. Έτσι έχει γαλουχηθεί από τη σύνολη και διαχρονική συνιστώσα που λαμβάνει από το δυτικό υπόδειγμα. Τη μαλθακότητά του αυτή, την ανεπάρκειά του και την εξημερωμένη φύση του παρατηρούν και οι δυτικοί ηγέτες. Πράγματι, αυτή η ανθρωπολογική αντίφαση, που οι ίδιοι καλλιέργησαν, τους γύρισε μπούμερανγκ, υπό πληθώρα επιπέδων. Γι' αυτό και λ.χ. ο Δένδιας κάνει λόγο για το πώς ο δυτικός ανθρωπισμός χρειάζεται να σκληραγωγηθεί και να είναι σε θέση να διατηρεί τον ψυχισμό του μπροστά στη θέαση φέρετρων.
Αν η συγκρότηση μιας εναλλακτικής ανθρωπολογίας κριθεί επιθυμητή, ας γίνει με τους όρους της κοινωνίας και όχι των κατεχόντων, να εξυπηρετήσει δημοκρατικές παραμέτρους και όχι ολιγαρχικά εγχειρήματα. Ο κόσμος είναι αναγκαίο να επιζητήσει και να κάνει κτήμα του την παιδεία και την έξη, η οποία θα του εξασφαλίσει τη θέση να δει πέρα από την ατομική, δηλαδή προς την πολιτική ελευθερία. Η πλάνη του μοντέρνου ατόμου όμως είναι βαθύτερη. Ακόμη και η πεποίθησή του περί ατομικής ελευθερίας εδράζει σε σαθρά θεμέλια, μιας και αυτή νοείται ως «κάνω όπως θέλω, όπως επιθυμώ, χωρίς εξωτερικούς εξαναγκασμούς».
Η συγκρότηση ενός συλλογικού σώματος π.χ. ενός πραγματικού δήμου προαπαιτεί από τα υποκείμενά του την ικανότητα του αυτοπεριορισμού, της επιμονής ως προς την έκθεσή τους σε κακουχίες και την εγκατάλειψη της πίστης στην έννοια της αέναης προόδου, ορισμένη με υλικά και λειτουργικά κριτήρια, π.χ. συνεχιζόμενη επιθυμία για αύξηση βιοτικού επιπέδου και το «πιάσιμο» της καλής ζωής.
Η φράση που περιφέρεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από συμμετέχοντες στις γαλλικές διαδηλώσεις είναι ενδεικτική. Υποστηρίζεται με ενθουσιασμό πως η λεγόμενη "Gen Z" διαπράττει μια δεύτερη Γαλλική Επανάσταση. Ακόμη και έτσι να ήταν, που δεν είναι, έχοντας σαν νοητική άγκυρα το παραδοσιακό οπλοστάσιο του 18ου αιώνα, αυτοί καθίστανται αυτομάτως ελλιπείς ως προς το επίπεδο αντίληψης, συνείδησης, παιδαγωγικής, πλάνου, οργάνωσης και στόχου.
Το ζητούμενο τη σήμερον ημέρα είναι η θεσμική εγκατάσταση του πληθυσμού στο σύστημα, δίνοντάς του τη δυνατότητα να μεταφερθεί η λήψη των αποφάσεων στον δήμο που δυνητικά θα συγκροτήσει, με στόχο την εξισορρόπηση και επίλυση της προγενέστερης αναφερόμενης χωροχρονικής ασυμμετρίας. Μια δεύτερη Γαλλική Επανάσταση δεν είναι σε θέση να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, αλλά μόνο μια παραλλαγή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Το εργαλειακό απόθεμα της παράδοσής της δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις τρέχουσες κοινωνικές πραγματικότητες. Έχει γεράσει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου